νεροποντή


νεροποντή
[нэропонти] ουσ. Θ. ливень, проливной дождь,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νεροποντή" в других словарях:

  • νεροποντή — η δυνατή, ραγδαία βροχή: Όντας μετ άξαφνη νεροποντή,χιμάει μέσ απ τα σύννεφα θαμπωτικά γελώντας ήλιος… (Βάρναλης) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νεροποντή — και νεροποντιά, η 1. αιφνίδια και ραγδαία βροχή 2. ορμητική ροή βρόχινων νερών. [ΕΤΥΜΟΛ. < νερ(ο) * + ποντίζω] …   Dictionary of Greek

  • Alkinoos Ioannidis — im Dezember 2008 Alkinoos Ioannidis (griechisch Αλκίνοος Ιωαννίδης, * 29. September 1969 in Nikosia) ist ein griechisch zyprischer Sänger, Liederschreiber und Komponist. Er wuchs in einer künstlerischen Familie auf. Sein …   Deutsch Wikipedia

  • βροχή — Η συνηθέστερη από τις ατμοσφαιρικές κατακρημνίσεις (β., χιόνι, χαλάζι κλπ.)· αποτελείται από υδροσταγόνες που πέφτουν στο έδαφος από τα νέφη, τα οποία προέρχονται από τη συμπύκνωση των ατμοσφαιρικών υδρατμών. Διακρίνεται από την ομίχλη από τη… …   Dictionary of Greek

  • δαρτός — ή, ό (AM δαρτός, ή, όν) νεοελλ. 1. δαρμένος, ξυλοκοπημένος 2. (για τη βροχή) ραγδαία («πιάνει μια δαρτή βροχή, νεροποντή σωστή») 3. (για το γάλα, τα αβγά κ.λπ.) όποιος έχει υποστεί έντονη ανατάραξη κατά την επεξεργασία του («δαρτό γάλα») μσν. φρ …   Dictionary of Greek

  • κατένεξις — κατένεξις, έξεως, ἡ (AM, Μ και κατένεγξις) 1. καταφορά, φορά προς τα κάτω, πτώση 2. (για οίκημα) γκρέμισμα, ερείπωση μσν. 1. επίθεση 2. νεροποντή, ραγδαία βροχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ ήνεγκον, αόρ. β τού κατα φέρω] …   Dictionary of Greek

  • νερ(ο)- — (Μ νερ[ο] ) α συνθετικό πολλών μεσαιωνικών και νεοελληνικών λέξεων που αναφέρονται στο νερό: α) ως μέσο (πρβλ. νερό βραστος, νερο μπογιά, νερόκρασο) β) ως περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται αυτό που δηλώνει το β συνθετικό (πρβλ. νερο χελώνα, νερο… …   Dictionary of Greek

  • συνομβρίζω — Α κατακλύζω κάτι με νερά τής βροχής («ῥεῡμα δὲ ἦλθε πολὺ καὶ συνώμβρισε και κατέκλυσε τὰ πάντα», Πλούτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ὄμβρος (Ι) «νεροποντή, βροχή» κατά τα ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • σύνομβρος — ον, Α (για άνεμο) αυτός που συνοδεύεται από πολλή βροχή. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ὄμορος (Ι) «βροχή, νεροποντή»] …   Dictionary of Greek

  • όμβρος — (I) ο (ΑΜ ὄμβρος) βροχή, ιδίως ραγδαία, νεροποντή («ραγδαίος όμβρος έλουσε καταπληκτικώς την γην», Παπαδ.) μσν. (για υγρό) ροή αρχ. 1. θύελλα και τρικυμία, τυφώνας 2. το νερό ως στοιχείο («μήτε γῆ μήτ ὄμβρος ἱερός, μήτε φῶς», Σοφ.) 3. ροή άφθονου …   Dictionary of Greek